γηραιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]

γηραιός < αρχαία ελληνική γηραιός και γεραιός και γεραός < γῆρας (τα γηρατειά) ή το συγγενές γέρας (τιμή, δώρο, προνόμιο, σεβασμός)

Open book 01.svg Επίθετο[<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]

γηραιός

  • ο ηλικιωμένος ή φθαρμένος άνθρωπος ή αντικείμενο
    ο γηραιός άνδρας ήταν σεβαστός
    στην Γηραιά Ήπειρο, οι ευρωεκλογές ανέδειξαν...
    μου το έδωσε μια αξιοπρεπής, κάπως γηραιά κυρία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]

32πχ Μεταφράσεις[<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]