Μετάβαση στο περιεχόμενο

γηραιός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γηραιός η γηραιά το γηραιό
      γενική του γηραιού της γηραιάς του γηραιού
    αιτιατική τον γηραιό τη γηραιά το γηραιό
     κλητική γηραιέ γηραιά γηραιό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γηραιοί οι γηραιές τα γηραιά
      γενική των γηραιών των γηραιών των γηραιών
    αιτιατική τους γηραιούς τις γηραιές τα γηραιά
     κλητική γηραιοί γηραιές γηραιά
Κατηγορία όπως «παλιός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γηραιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γηραιός < γῆρας

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝi.ɾeˈos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γηραιός

Επίθετο

[επεξεργασία]

γηραιός, -ά, -ό

  1. (λόγιο) λόγια μορφή για τις λέξεις γέρος, γέροντας: ηλικιωμένος ή φθαρμένος άνθρωπος ή αντικείμενο
    παράδειγμα  Μου το έδωσε μια σεβάσμια γηραιά κυρία.
  2. (αθλητισμός, προσωνυμία στην ποδοσφαιρική αργκό) ο «Ηρακλής», το πρώτο ποδοσφαιρικό σωματείο που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη - εξ ου και το προσωνύμιο «Γηραιός»

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με θέμα γηρ-

 δείτε τη λέξη γέροντας για θέματα με γερ- και γριά για θέματα με γρ-

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική γηραιός γηραιᾱ́ τὸ γηραιόν
      γενική τοῦ γηραιοῦ τῆς γηραιᾶς τοῦ γηραιοῦ
      δοτική τῷ γηραι τῇ γηραι τῷ γηραι
    αιτιατική τὸν γηραιόν τὴν γηραιᾱ́ν τὸ γηραιόν
     κλητική ! γηραιέ γηραιᾱ́ γηραιόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ γηραιοί αἱ γηραιαί τὰ γηραιᾰ́
      γενική τῶν γηραιῶν τῶν γηραιῶν τῶν γηραιῶν
      δοτική τοῖς γηραιοῖς ταῖς γηραιαῖς τοῖς γηραιοῖς
    αιτιατική τοὺς γηραιούς τὰς γηραιᾱ́ς τὰ γηραιᾰ́
     κλητική ! γηραιοί γηραιαί γηραιᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ γηραιώ τὼ γηραιᾱ́ τὼ γηραιώ
      γεν-δοτ τοῖν γηραιοῖν τοῖν γηραιαῖν τοῖν γηραιοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γηραιός < γῆρ(ας) -αιός[1]

Επίθετο

[επεξεργασία]

γηραιός, -ά, -όν

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με θέμα: γηρ-

 δείτε τη λέξη γέρων για θέματα με γερ- και γραῖα για θέματα με γρ-

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. s.v. γέροντας (θέματα από την ίδια ρίζα) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.