γηραιός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | γηραιός | η | γηραιά | το | γηραιό |
| γενική | του | γηραιού | της | γηραιάς | του | γηραιού |
| αιτιατική | τον | γηραιό | τη | γηραιά | το | γηραιό |
| κλητική | γηραιέ | γηραιά | γηραιό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | γηραιοί | οι | γηραιές | τα | γηραιά |
| γενική | των | γηραιών | των | γηραιών | των | γηραιών |
| αιτιατική | τους | γηραιούς | τις | γηραιές | τα | γηραιά |
| κλητική | γηραιοί | γηραιές | γηραιά | |||
| Κατηγορία όπως «παλιός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γηραιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γηραιός < γῆρας
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʝi.ɾeˈos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γη‐ραι‐ός
Επίθετο
[επεξεργασία]γηραιός, -ά, -ό
- (λόγιο) λόγια μορφή για τις λέξεις γέρος, γέροντας: ηλικιωμένος ή φθαρμένος άνθρωπος ή αντικείμενο
Μου το έδωσε μια σεβάσμια γηραιά κυρία.
- (αθλητισμός, προσωνυμία στην ποδοσφαιρική αργκό) ο «Ηρακλής», το πρώτο ποδοσφαιρικό σωματείο που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη - εξ ου και το προσωνύμιο «Γηραιός»
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]με θέμα γηρ-
→ δείτε τη λέξη γέροντας για θέματα με γερ- και γριά για θέματα με γρ-
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γηραιός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- γηραιός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]γηραιός, -ά, -όν
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]με θέμα: γηρ-
→ δείτε τη λέξη γέρων για θέματα με γερ- και γραῖα για θέματα με γρ-
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ s.v. γέροντας (θέματα από την ίδια ρίζα) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- γηραιός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γηραιός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'παλιός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Προσωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)