γεραρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γεραρός γεραρά γεραρό
γενική γεραρού γεραράς γεραρού
αιτιατική γεραρό γεραρά γεραρό
κλητική γεραρέ γεραρά γεραρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γεραροί γεραρές γεραρά
γενική γεραρών γεραρών γεραρών
αιτιατική γεραρούς γεραρές γεραρά
κλητική γεραροί γεραρές γεραρά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεραρός < αρχαία ελληνική γεραρός < γεραίρω < γέρας

Επίθετο[επεξεργασία]

γεραρός, -ά, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική γεραρός γεραρά γεραρόν γεραροί γεραραί γεραρά
Γενική γεραροῦ γεραρᾶς γεραροῦ γεραρῶν γεραρῶν γεραρῶν
Δοτική γεραρῷ γεραρᾷ γεραρῷ γεραροῖς γεραραῖς γεραροῖς
Αιτιατική γεραρόν γεραράν γεραρόν γεραρούς γεραράς γεραρά
Κλητική γεραρέ γεραρά γεραρόν γεραροί γεραραί γεραρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική γεραρώ γεραρά
Γενική-Δοτική γεραροῖν γεραραῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεραρός < γεραίρω < γέρας < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷerH- (χαιρετίζω, επαινώ)

Επίθετο[επεξεργασία]

γεραρός, -ά, -όν

  1. γεραρός
  2. μεγαλοπρεπής
  3. γέρος
     συνώνυμα: γεραιός, γηραιός
  4. (πληθυντικός) οἱ γεραροί: ιερείς
  5. (πληθυντικός) αἱ γεραραί: ιέρειες (του Διονύσου)

Βαθμοί επιθέτου και επιρρήματος[επεξεργασία]