ιερέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιερέας ιερείς
γενική ιερέα
& ιερέως
ιερέων
αιτιατική ιερέα ιερείς
κλητική ιερέα ιερείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιερέας < αρχαία ελληνική ἱερεύς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ɛ.ˈɾɛ.as/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιερέας αρσενικό, ιέρεια θηλυκό

  1. o λειτουργός μιας θρησκείας, ο επιφορτισμένος με τα καθήκοντα τέλεσης των θρησκευτικών τελετών, της φροντίδας για τους ναούς και της πνευματικής καθοδήγησης των πιστών
  2. (ειδικότερα) αυτός που κατέχει στις χριστιανικές εκκλησίες το δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]