ιερέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἱερεύς

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιερέας οι ιερείς
      γενική του ιερέα
ιερέως
των ιερέων
    αιτιατική τον ιερέα τους ιερείς
     κλητική ιερέα ιερείς
Κατηγορία όπως «αμφορέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιερέας < αρχαία ελληνική ἱερεύς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.eˈɾe.as/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιερέας αρσενικό, ιέρεια θηλυκό

  1. ο λειτουργός μιας θρησκείας, ο επιφορτισμένος με τα καθήκοντα τέλεσης των θρησκευτικών τελετών, της φροντίδας για τους ναούς και της πνευματικής καθοδήγησης των πιστών
  2. (ειδικότερα) αυτός που κατέχει στις χριστιανικές εκκλησίες το δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης
  3. (ειδικότερα, ιστορία) προσωνυμία που δινόταν στα μέλη του τρίτου βαθμού (τρίτη τάξη) της Φιλικής Εταιρείας
    προηγούμενος βαθμός: συστημένος
    επόμενος βαθμός: ποιμένας
    ※  Οι ιερείς της Εταιρείας αποτελούσαν ανώτερον τάξιν εις τον οργανισμόν της. Ελέγοντο ιερείς, χωρίς να είναι κληρικοί. Δια την εκλογήν και μύησίν των, κατεβάλλετο ιδιατέρα προσοχή, διότι εις αυτούς ανεκοινούτο πλέον ο σκοπός της Εταιρείας.
    Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Α΄. Αθήνα: Τύποις Παναγιωτίδη & Παύλου, ²1940, σ. 135.

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]