παπάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπάς παπάδες
γενική παπά παπάδων
αιτιατική παπά παπάδες
κλητική παπά παπάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παπάς < μεσαιωνική ελληνική παπᾶς < αρχαία ελληνική πάππας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παπάς αρσενικό

  1. ο ιερέας της χριστιανικής θρησκείας, ο κληρικός
  2. φιγούρα της τράπουλας, ο ρήγας
  3. (χωρίς πληθυντικό) παιχνίδι-απάτη με τη φιγούρα του παπά της τράπουλας, όπου ο διοργανωτής (παπατζής) την ανακατεύει με άλλα δύο τραπουλόχαρτα ταχυδακτυλουργικά και ο παίκτης καλείται να μαντέψει ποιο τραπουλόχαρτο είναι ο παπάς

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]