roi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʁwa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό roi rois
θηλυκό reine reines

roi (fr) αρσενικό

  1. αυτός που διοικεί μια χώρα, η οποία αποκαλείται βασίλειο
  2. (μεταφορικά) ένα σπουδαίο πρόσωπο
    le client est roi - ο πελάτης είναι βασιλιάς
  3. (μεταφορικά) ο πιο ισχυρός σε έναν τομέα, μεγιστάνας
    il est le roi du pétrole - είναι ο βασιλιάς του πετρελαίου
  4. (μεταφορικά) κάτι σημαντικό
    le jeu d’échecs est souvent qualifié de roi des jeux - το σκάκι θεωρείται ο βασιλιάς των παιχνιδιών
    le lion est le roi des animaux - το λιοντάρι είναι ο βασιλιάς των ζώων
  5. το πιο σπουδαίο κομμάτι σε μια σκακιέρα
    ton roi serait mieux abrité si tu roquais - εάν έκανες ροκέ, θα προστάτευες καλύτερα το βασιλιά σου
  6. ο ρήγας, ένα από τα τέσσερα πρόσωπα ενός χαρτοπαίγνιου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]