φιγούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιγούρα φιγούρες
γενική φιγούρας φιγούρων
αιτιατική φιγούρα φιγούρες
κλητική φιγούρα φιγούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιγούρα < ιταλική figura < λατινική figura < fingo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰeyǵʰ- (κατασκευάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fi.'ɣu.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιγούρα θηλυκό

  1. σχεδίασμα ανθρώπινης μορφής , συχνά νοούμενης ολόσωμης και όχι το πορτραίτο
  2. ανθρώπινη μορφή που δεν είναι σαφής, γενικό περίγραμμα, σιλουέτα
    είδα στο σοκάκι μια ανδρική φιγούρα
  3. χαρτί της τράπουλας με απεικόνιση
    η φιγούρα της ντάμας, του βαλέ, παπά
  4. συγκεκριμένες κινήσεις σε χορούς
    δεν ξέρω τις καινούργιες φιγούρες
  5. εντυπωσιασμός
    κάνει φιγούρα
    κολιέ με κεντρική φιγουρα ένα μαύρο πετράδι
  6. τα πρόσωπα, οι ήρωες στον Καραγκιόζη
    η φιγούρα του Χατζηαβάτη
  7. σημαντικό πρόσωπο, με χαρακτηριστικά ασάφειας, σε μια πλοκή ή πραγματική υπόθεση
    στο σκάνδαλο κεντρική φιγούρα ήταν τελικά ο υπεράνω υποψίας υποδιευθυντής
    στην ψυχανάλυση η μητέρα θεωρείται κεντρική φιγούρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]