φαγούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαγούρα φαγούρες
γενική φαγούρας
αιτιατική φαγούρα φαγούρες
κλητική φαγούρα φαγούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαγούρα < από το φαγ- (από τον αόριστο του τρώγω) και το επίθημα -ούρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαγούρα θηλυκό

  1. ο κνησμός, όταν μας "τρώει" το δέρμα μας, ο ερεθισμός του δέρματος που δημιουργεί την ανάγκη σε κάποιον να ξυθεί
    νιώθω φαγούρα στην πλάτη
  2. μεταφορικά, η ανυπομονησία, αδημονία για κάτι

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]