ανυπομονησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανυπομονησία ανυπομονησίες
γενική ανυπομονησίας ανυπομονησιών
αιτιατική ανυπομονησία ανυπομονησίες
κλητική ανυπομονησία ανυπομονησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανυπομονησία < α(στερητικό) + υπομονή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανυπομονησία θηλυκό

η διαδικασία προσμονής χωρίς τη δυνατότητα αναμονής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]