αδημονία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀδημονία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αδημονία οι αδημονίες
      γενική της αδημονίας των αδημονιών
    αιτιατική την αδημονία τις αδημονίες
     κλητική αδημονία αδημονίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδημονία < ελληνιστική κοινή ἀδημονία < αρχαία ελληνική ἀδημονῶ < ἀδήμων

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ði.mɔ.ˈni.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδημονία θηλυκό

  • (λόγιο) ανυπομονησία (και -ίσως- ανησυχία) που προκαλείται από αναμονή
    Ο συγκεκριμένος τόμος είναι εκείνος που οι αναγνώστες και οι μελετητές του έργου του Μπέκετ περίμεναν με αυξημένη αδημονία, καθώς καλύπτει την πιο παραγωγική δεκαετία του ιρλανδού συγγραφέα, όταν έγραψε τα μεγάλα γνωστά έργα του. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]