αναμονή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναμονή αναμονές
γενική αναμονής αναμονών
αιτιατική αναμονή αναμονές
κλητική αναμονή αναμονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμονή < μεσαιωνική ελληνική ἀναμονή < ἀναμένω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναμονή θηλυκό

  1. το να περιμένεις να συμβεί κάτι
    η πολύωρη αναμονή στο αεροδρόμιο με κουράζει πολύ περισσότερο από την πτήση
    αίθουσα αναμονής
  2. το να περιμένεις να αδειάσει μια θέση για να την καταλάβεις εσύ
    δεν βρήκε εισιτήριο για Λονδίνο, αλλά είναι σε λίστα αναμονής
  3. (σε κτήρια) το τμήμα της κολόνας από οπλισμένο σκυρόδεμα και οι σιδερένιες ράβδοι της που έχουν αφεθεί να εξέχουν στην ταράτσα ενός κτηρίου για την περίπτωση που χρειαστεί να προστεθεί ένας ακόμη όροφος
  4. (πληροφορική) η διακοπή της κανονικής λειτουργίας του υπολογιστή με την αποθήκευση όλων των αρχείων στη μνήμη και τη θέση του σε λειτουργία με ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]