αναστολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναστολή οι αναστολές
      γενική της αναστολής των αναστολών
    αιτιατική την αναστολή τις αναστολές
     κλητική αναστολή αναστολές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναστολή < αρχαία ελληνική ἀναστολή < ἀναστέλλω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναστολή θηλυκό

  1. η διακοπή μιας ενέργειας για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα
  2. η προσωρινή παύση της ισχύος ενός νόμου ή του συντάγματος
  3. η αναβολή εκτέλεσης μιας ποινής για καθορισμένο χρονικό διάστημα· εάν αυτό το διάστημα περάσει χωρίς ο καταδικασμένος να υποπέσει σε άλλο παράπτωμα, τότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση έκτισης της ποινής
    καταδικάστηκε σε 7 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή
  4. (πληροφορική) η προσωρινή διακοπή εκτελέσεων εντολών μαζί με την κατανάλωση ελάχιστης ή καθόλου ενέργειας, αλλά με τρόπο που επιτρέπει την γρήγορη επιστροφή στις εργασίες που διακόπηκαν
    αφήνω τον υπολογιστή μου ανοιχτό αλλά έβαλα ρύθμιση να μπαίνει σε αναστολή μετά από 60 λεπτά χωρίς δραστηριότητα
  5. δισταγμός να κάνω κάτι (κυρίως για ηθικούς λόγους)
    αν παραβείτε τη συμφωνία μας, δεν θα έχω καμία αναστολή να ζητήσω την ποινική σας δίωξη

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]