ποινή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ποινή | οι | ποινές |
| γενική | της | ποινής | των | ποινών |
| αιτιατική | την | ποινή | τις | ποινές |
| κλητική | ποινή | ποινές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποινή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποινή
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /piˈni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ποι‐νή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποινή θηλυκό
- τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον που έκανε ένα αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβίασε / αθέτησε γραπτή συμφωνία
- ※ Ήξεραν πως αν τους έπιαναν η ποινή θα ήταν θάνατος.
- ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα, 1909
- ※ Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)
- ※ Ήξεραν πως αν τους έπιαναν η ποινή θα ήταν θάνατος.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- η εσχάτη των ποινών:
- (νομικός όρος) η θανατική ποινή, η καταδίκη σε θανάτωση
- (αθλητισμός) το πέναλτι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ποινή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ποινή - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)