Strafe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: strafe

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Strafe (de) θηλυκό

  1. τιμωρία
  2. ποινή