αμοιβή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμοιβή αμοιβές
γενική αμοιβής αμοιβών
αιτιατική αμοιβή αμοιβές
κλητική αμοιβή αμοιβές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμοιβή < αρχαία ελληνική ἀμοιβή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αμοιβή θηλυκό

  1. το χρηματικό ποσό που παίρνει κάποιος επειδή ολοκλήρωσε μια εργασία για λογαριασμό άλλου (ο όρος αναφέρεται τόσο σε σχέση εξαρτημένης εργασίας όσο και σε προσφορά υπηρεσιών από ελεύθερο επαγγελματία)
  2. οτιδήποτε παίρνει κάποιος ως αναγνώριση του έργου του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]