αμοιβαιότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμοιβαιότητα αμοιβαιότητες
γενική αμοιβαιότητας αμοιβαιοτήτων
αιτιατική αμοιβαιότητα αμοιβαιότητες
κλητική αμοιβαιότητα αμοιβαιότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμοιβαιότητα < καθαρεύουσα αμοιβαιότης < αμοιβαίος + -ότης / -ότητα, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική réciprocité· η λέξη βρίσκεται στο Dictionnaire Grec-moderne / Français τού Par F. D. Dehéque που εκδόθηκε το 1825 και μάλλον είχε πλαστεί πριν την χρονολογία αυτή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμοιβαιότητα θηλυκό (λόγιο)

  1. η ανταπόδοση των ίδιων συναισθημάτων (ή μιας ιδιότητας) ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ή ομάδες
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: (μονομέρεια)
  2. ανταλλαγή, ανταπόδοση
  3. (νομικός όρος) (διεθνές δίκαιο) η αποδοχή κοινών δεσμεύσεων και η ανταπόδοση ωφελημάτων ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κράτη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]