Μετάβαση στο περιεχόμενο

réciprocité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
réciprocité réciprocités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

réciprocité (fr) θηλυκό