Μετάβαση στο περιεχόμενο

pay

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pay (en) (μη μετρήσιμο)

  • η πληρωμή, η αμοιβή, ο μισθός, οι αποδοχές, τα χρήματα που παίρνει κάποιος για την τακτική εργασία
    παράδειγμα  equal pay for equal work - ίδια πληρωμή για ίδια δουλειά
    παράδειγμα  pay day - ημέρα πληρωμών
    παράδειγμα  incentive pay - αμοιβή απόδοσης
    παράδειγμα  We have been negotiating for more pay.
    Διαπραγματευόμαστε για υψηλότερες αμοιβές.
    παράδειγμα  I got a pay raise.
    Πήρα αύξηση μισθού.
    παράδειγμα  net/take-home pay - καθαρές αποδοχές
    παράδειγμα  vacation with pay - διακοπές μετ' αποδοχών
    παράδειγμα  an across-the-board pay increase - γενική αύξηση αποδοχών

Παράγωγα

[επεξεργασία]
ενεστώτας pay
γ΄ ενικό ενεστώτα pays
αόριστος paid
παθητική μετοχή paid
ενεργητική μετοχή paying
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

pay (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) πληρώνω, δίνω σε κάποιον χρήματα για δουλειά, αγαθά, υπηρεσίες κτλ.
    παράδειγμα  How much did you pay for it?
    Πόσο το πλήρωσες;
    παράδειγμα  I’m paying (in/with) cash.
    Πληρώνω με μετρητά.
    παράδειγμα  The repairs aren’t paid for yet.
    Οι επισκευές δεν πληρώθηκαν ακόμα.
    παράδειγμα  He will get paid for his work.
    Θα πληρωθεί για τη δουλειά του.
    παράδειγμα  The power, internet, and rent are all paid.
    ΔΕΗ, ΚΟΣΜΟΤΕ, νοίκι είναι όλα πληρωμένα.
  2. (μεταβατικό) πληρώνω, δίνω σε κάποιον χρήματα που του χρωστάω
    παράδειγμα  I will pay what I owe.
    Θα πληρώσω ό,τι οφείλω.
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) πληρώνω, για έναν εργοδότη ή μια δουλειά που δίνει ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για την εργασία που κάνει κάποιος
    παράδειγμα  I am paid every Friday/on Fridays.
    Πληρώνομαι κάθε Παρασκευή.
    παράδειγμα  That’s what you are paid for!/That’s why you are paid!
    Για αυτό πληρώνεσαι!
  4. (μεταβατικό) δίνω, κάνω, χρησιμοποιείται με μερικά ουσιαστικά για να δείξω ότι δίνω ή κάνω το πράγμα που αναφέρεται
    παράδειγμα  I am paying attention.
    Δίνω προσοχή.
    παράδειγμα  We paid a visit.
    Κάναμε επίσκεψη.
    παράδειγμα  I paid him a compliment.
    Του έκανα φιλοφρόνηση.
  5. (μεταβατικό και αμετάβατο) αποφέρω, αποδίδω, παράγω κέρδος· έχει ως αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για κάποιον
    παράδειγμα  His investments pay 10%/a good interest rate.
    Οι επενδύσεις του του αποφέρουν 10%/καλό τόκο.
    παράδειγμα  Livestock farming does not pay.
    Η κτηνοτροφία δεν αποδίδει.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη yield
  6. (αμετάβατο) πληρώνω για κάτι που έκανα, τιμωρούμαι
    παράδειγμα  He paid dearly for his recklessness.
    Πλήρωσε ακριβά την απερισκεψία του.

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]