yield

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /jiːld/
ήχος (ΗΠΑ) 

Ρήμα[επεξεργασία]

yield (en)

  1. παραχωρώ την προτεραιότητα
  2. υποχωρώ, ενδίδω
  3. παράγω, αποφέρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

yield (en)

  1. η ποσότητα ενός παραγόμενου προϊόντος, η παραγωγή
  2. (οικονομία) η απόδοση επένδυσης
    dividend yield - μερισματική απόδοση