yield

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

yield (en)

  1. παραχωρώ την προτεραιότητα
  2. υποχωρώ, ενδίδω
  3. παράγω, αποφέρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

yield (en)

  1. η ποσότητα ενός παραγόμενου προϊόντος, η παραγωγή