υποχωρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υποχωρώ < αρχαία ελληνική ὑποχωρῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

υποχωρώ

  1. βαδίζω προς τα πίσω μην μπορώντας να αντέξω την εχθρική επίθεση
  2. ενδίδω σε μια διαμάχη ή διαπραγμάτευση, σταματώ να προβάλλω το σύνολο των απαιτήσεών μου ή τα επιχειρήματά μου, υποκύπτω και δέχομαι τις απαιτήσεις ή τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς
  3. (για κατασκευές) καταρρέω κάτω από μεγάλη πίεση

32πχ Μεταφράσεις[]