υποχωρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποχωρώ < αρχαία ελληνική ὑποχωρῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

υποχωρώ

  1. βαδίζω προς τα πίσω μην μπορώντας να αντέξω την εχθρική επίθεση
  2. ενδίδω σε μια διαμάχη ή διαπραγμάτευση, σταματώ να προβάλλω το σύνολο των απαιτήσεών μου ή τα επιχειρήματά μου, υποκύπτω και δέχομαι τις απαιτήσεις ή τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς
  • Καταπιανόταν με τα δύσκολα και δεν υποχωρούσε ως να τα βγάλει πέρα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  1. (για κατασκευές) καταρρέω κάτω από μεγάλη πίεση
  2. κάνω πίσω
  3. μειώνομαι για χρηματικά ποσά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]