retreat

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

retreat (en)

  1. υποχωρώ εν όψει κάποιου κινδύνου ή γενικά μιας δυσάρεστης κατάστασης


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

retreat (en)

  1. υποχώρηση
  2. στρατιωτικό σήμα για υποχώρηση
  3. τελετή για την έπαρση της σημαίας
  4. μεταβολή, στροφή επί τόπου
  5. τόπος αναψυχής με γαλήνιο, ήσυχο περιβάλλον
  6. περίοδος απόσυρσης και αυτοσυγκέντρωσης