έπαρση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έπαρση οι επάρσεις
      γενική της έπαρσης
& επάρσεως
των επάρσεων
    αιτιατική την έπαρση τις επάρσεις
     κλητική έπαρση επάρσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έπαρση < ελληνιστική κοινή ἔπαρσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έπαρση θηλυκό

  1. ανύψωση
    έπαρση της σημαίας
     αντώνυμα: υποστολή
  2. αλαζονεία
    παρά την μετριότητά του έχει μια έπαρση
     συνώνυμα: (αυτοθαυμασμός), καύχηση, κλασαυχενισμός, κομπασμός, κόρδωμα, ξιπασιά, υπερηφάνεια, υπεροψία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]