outrecuidance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

outrecuidance (fr) θηλυκό

  1. η αλαζονεία, η έπαρση, η υπεροψία
    Parler avec outrecuidance. Μιλώ με αλαζονεία / έπαρση / υπεροψία.
    Ridicule outrecuidance. Γελοία αλαζονεία / έπαρση / υπεροψία.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]