καταρρέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταρρέω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταρρέω

  1. ρίπτομαι προς τα κάτω απο μεγάλο υψόμετρο.
    Το αυτοκίνητο κατέρρευσε απο το γκρεμό και καταστράφηκε.
  2. (Μεταφορικά) πέφτω οικονομικά.
    Οι τιμές της αγοράς κατέρρευσαν.
  3. (Συναισθηματικά) υποκύπτω σε μεγάλη στεναχώρια.
    Όταν έμαθα για την κηδεία του κατέρρευσα συναισθηματικά.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]