καταρρέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταρρέω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταρρέω

  1. ρίπτομαι προς τα κάτω από μεγάλο υψόμετρο.
    Το αυτοκίνητο κατέρρευσε από το γκρεμό και καταστράφηκε.
  2. (Μεταφορικά) πέφτω οικονομικά.
    Οι τιμές της αγοράς κατέρρευσαν.
  3. (Συναισθηματικά) υποκύπτω σε μεγάλη στεναχώρια.
    Όταν έμαθα για την κηδεία του κατέρρευσα συναισθηματικά.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]