ανυποχώρητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανυποχώρητος < μεταγενέστερη ελληνική ἀνυποχώρητος

Επίθετο[επεξεργασία]

ανυποχώρητος

  1. που δεν υποχωρεί, που δεν κάνει πίσω, που δεν έχει διάθεση να κάνει συμβιβασμούς
    οι αγρότες ήταν ανυποχώρητοι στα αιτήματά τους

Μεταφράσεις[επεξεργασία]