σοδειά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοδειά σοδειές
γενική σοδειάς σοδειών
αιτιατική σοδειά σοδειές
κλητική σοδειά σοδειές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοδειά < μεσαιωνική ελληνική σοδεία < ἐσοδεία < ελληνιστική κοινή εἰσοδιάζω < αρχαία ελληνική εἴσοδος < εἰς + ὁδός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɔ.ˈðja/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοδειά θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]