πρόσοδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πρόοδος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόσοδος πρόσοδοι (πρόσοδες)
γενική προσόδου προσόδων
αιτιατική πρόσοδο προσόδους (πρόσοδες)
κλητική πρόσοδε (πρόσοδο) πρόσοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόσοδος < αρχαία ελληνική πρόσοδος < πρός + ὁδός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'pɾɔ.sɔ.ðɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόσοδος θηλυκό

  1. (οικονομία) το ενοίκιο που εισπράττει ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα προσπορίζεται ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου
  2. (κατ’ επέκταση) οποιοδήποτε εισόδημα προκύπτει από την εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]