εκμετάλλευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκμετάλλευση οι εκμεταλλεύσεις
      γενική της εκμετάλλευσης* των εκμεταλλεύσεων
    αιτιατική την εκμετάλλευση τις εκμεταλλεύσεις
     κλητική εκμετάλλευση εκμεταλλεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εκμεταλλεύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκμετάλλευση < ἐκμετάλλευσις στην καθαρεύουσα < < μέταλλο (Βγάλσιμο του μετάλλου από το μετάλλευμα που το περιέχει και που υπάρχει σε φυσική κατάσταση)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκμετάλλευση θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]