εκμεταλλευόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκμεταλλευόμενος η εκμεταλλευόμενη το εκμεταλλευόμενο
      γενική του εκμεταλλευόμενου της εκμεταλλευόμενης του εκμεταλλευόμενου
    αιτιατική τον εκμεταλλευόμενο την εκμεταλλευόμενη το εκμεταλλευόμενο
     κλητική εκμεταλλευόμενε εκμεταλλευόμενη εκμεταλλευόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκμεταλλευόμενοι οι εκμεταλλευόμενες τα εκμεταλλευόμενα
      γενική των εκμεταλλευόμενων των εκμεταλλευόμενων των εκμεταλλευόμενων
    αιτιατική τους εκμεταλλευόμενους τις εκμεταλλευόμενες τα εκμεταλλευόμενα
     κλητική εκμεταλλευόμενοι εκμεταλλευόμενες εκμεταλλευόμενα
όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκμεταλλευόμενος μετοχή ενεστώτα του εκμεταλλεύομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

εκμεταλλευόμενος,η,ο

  1. εκείνος που εκμεταλλεύεται κάτι εις βάρος άλλων, ο εκμεταλλευτής, αλλά σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή σε σχέση με άλλη πράξη, που κατάφερε κάτι με το να εκμεταλλεύεται
    Αγόρασε πολλά ακίνητα κοψοχρονιά εκμεταλλευόμενος την κρίση ακινήτων
  2. που έχει την εκμετάλλευση μιας δραστηριότητας, επιχείρησης ή ακινήτου


Μεταφράσεις[επεξεργασία]