πόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Πόρος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόρος πόροι
γενική πόρου πόρων
αιτιατική πόρο πόρους
κλητική πόρε πόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόρος < αρχαία ελληνική πόρος (πέρασμα) < περάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πόρος αρσενικό

  1. (μικρό) άνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι
    οι πόροι του δέρματος
  2. (μεταφορικά) τα υλικά μέσα
    δεν έχει πόρους για να ζήσει
  3. (παρωχημένο) το τμήμα ενός ποταμού, απ’ όπου περνούσαν απέναντι άνθρωποι ή ζώα
    Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο». (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]