ταξίδι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ταξίδι | τα | ταξίδια |
| γενική | του | ταξιδιού | των | ταξιδιών |
| αιτιατική | το | ταξίδι | τα | ταξίδια |
| κλητική | ταξίδι | ταξίδια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταξίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ταξίδι(ν) < ταξίδιον < ελληνιστική κοινή ταξείδιον (=εκστρατεία) < αρχαία ελληνική τάξ(ις) + υποκοριστικό επίθημα -ίδιον
- Για τη γραφή ταξείδι < ταξείδιον → δείτε στο -ίδιον [1]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταξίδι ουδέτερο
- μετακίνηση σε έναν προορισμό και παραμονή σ' αυτόν για κάποιο διάστημα
Μόλις γύρισα από ένα ταξίδι στην Ιταλία.- ※ Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)
- (μεταφορικά, λογοτεχνικό) ο θάνατος
ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό - το μεγάλο ταξίδι... - αιώνιο ταξίδι
- (μεταφορικά) η κατάσταση στην οποία βρίσκονται όσοι κάνουν χρήση ψυχοτρόπων/παραισθησιογόνων ουσιών
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ταξίδι του μέλιτος (γαμήλιο ταξίδι)
- (ευχή) καλό ταξίδι!
- ταξίδι αστραπή (πολύ σύντομο ταξίδι)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -τάξιδος στο Βικιλεξικό
- Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -ταξιδεμένος στο Βικιλεξικό
- Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -ταξιδεύω στο Βικιλεξικό
όπως ενδεικτικά
- Όροι που λήγουν σε -τάξιδος, -ταξιδεμένος, -ταξιδεύω — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ταξίδι
|
Υποσημειώσεις
[επεξεργασία]- ↑ Η λέξη αρχικά αναφερόταν στην εκστρατεία, την πορεία και μετακίνηση στρατιωτικών σωμάτων. Από τον 2ο αι. μ.Χ. μαρτυρείται η λέξη ταξείδιον (< από το θέμα ταξε- της λέξης τάξις), ορθογραφία που σήμερα θεωρείται λανθασμένη.
Πηγές
[επεξεργασία]- ταξίδι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ταξίδι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)