Μετάβαση στο περιεχόμενο

matka

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική matka matki
γενική matki matek
δοτική matce matkom
αιτιατική mat matki
οργανική mat matkami
τοπική matce matkach
κλητική matko matki

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

matka (pl) θηλυκό

  1. (οικογένεια) η μητέρα
  2. (εκκλησιαστικός όρος) η μητέρα (ως μοναστικός τίτλος)
  3. (χαρτοπαίγνιο) η μάνα στα χαρτοπαίγνια

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • powtarzanie jest matką wiedzy - (η επανάληψη είναι η μητέρα της γνώσης) η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

matka (sk)



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

matka (cs)



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

matka (fi)