matka
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | matka | matki |
| γενική | matki | matek |
| δοτική | matce | matkom |
| αιτιατική | matkę | matki |
| οργανική | matką | matkami |
| τοπική | matce | matkach |
| κλητική | matko | matki |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]matka (pl) θηλυκό
- (οικογένεια) η μητέρα
- (εκκλησιαστικός όρος) η μητέρα (ως μοναστικός τίτλος)
- (χαρτοπαίγνιο) η μάνα στα χαρτοπαίγνια
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- powtarzanie jest matką wiedzy - (η επανάληψη είναι η μητέρα της γνώσης) η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]matka (sk)
- (οικογένεια) η μητέρα
- το παξιμάδι βίδας
Τσεχικά (cs)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]matka (cs)
- (οικογένεια) η μητέρα
- το παξιμάδι βίδας
Φινλανδικά (fi)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]matka (fi)
Κατηγορίες:
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (πολωνικά)
- Πολωνική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πολωνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (πολωνικά)
- Οικογένεια (πολωνικά)
- Εκκλησιαστικοί όροι (πολωνικά)
- Χαρτοπαίγνια (πολωνικά)
- Σλοβακική γλώσσα
- Ουσιαστικά (σλοβακικά)
- Οικογένεια (σλοβακικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (τσεχικά)
- Τσεχική γλώσσα
- Ουσιαστικά (τσεχικά)
- Οικογένεια (τσεχικά)
- Φινλανδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (φινλανδικά)