matka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική matka matki
γενική matki matek
δοτική matce matkom
αιτιατική mat matki
οργανική mat matkami
τοπική matce matkach
κλητική matko matki

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

matka (pl) θηλυκό

  1. η μητέρα ως συγγενής και ως τίτλος μοναστικός
  2. η μάνα στα χαρτοπαίγνια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • powtarzanie jest matką wiedzy - (η επανάληψη είναι η μητέρα της γνώσης) η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Flag of Slovakia.svg Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

matka (sk)



Flag of the Czech Republic.svg Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

matka (cs)



Flag of Finland.svg Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

matka (fi)