μάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μάνα οι μάνες
& μανάδες
      γενική της μάνας των
& μάνάδων
    αιτιατική τη μάνα τις μάνες
& μανάδες
     κλητική μάνα μάνες
& μανάδες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάνα < μεσαιωνική ελληνική μάννα( < μάμμα < αρχαία ελληνική μάμμη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάνα θηλυκό

  1. {οικογένεια, οικείο μητέρα
  2. (μεταφορικά) η ξύλινη βάση του χαρταετού
  3. (μεταφορικά) παίκτης με κεντρικό ή ιδιαίτερο ρόλο σε διάφορα παιχνίδια
  4. (μεταφορικά) (τάβλι) η θέση από όπου "ξεκινάει" κάποιος (στα περισσότερα παιχνίδια)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

-μάνα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]