χαρταετός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Παραδοσιακός ελληνικός χαρταετός που πετά σε μεγάλο ύψος
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαρταετός οι χαρταετοί
      γενική του χαρταετού των χαρταετών
    αιτιατική τον χαρταετό τους χαρταετούς
     κλητική χαρταετέ χαρταετοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρταετός < χαρτο- + αετός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρταετός αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]