βοήθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βοήθεια βοήθειες
γενική βοήθειας βοηθειών
αιτιατική βοήθεια βοήθειες
κλητική βοήθεια βοήθειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βοήθεια < αρχαία ελληνική βοήθεια < βοή + θέω = τρέχω στην βοή της μάχης για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vɔ.ˈi.θi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βοήθεια θηλυκό

  1. η ενέργεια που στοχεύει στην υποστήριξη, στην ενίσχυση, στην προστασία ή στην ανακούφιση κάποιου
    δίνω τη βοήθειά μου
    σπεύδω προς βοήθεια
    καλώ σε βοήθεια
  2. (συνεκδοχικά) ό,τι προσφέρεται με την παραπάνω ενέργεια
    η βοήθειά τους ήταν σημαντική
  3. (συνεκδοχικά) το πρόσωπο που προσφέρει την παραπάνω ενέργεια
    οι φίλοι είναι βοήθεια στις δύσκολες στιγμές

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Επιφώνημα[]

βοήθεια!

  • λέγεται από κάποιον που βρίσκεται σε κίνδυνο, όταν κάνει έκκληση για προστασία
κλέφτες, βοήθεια!

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βοήθεια βοηθεία βοήθειαι
Γενική βοηθείας βοηθείαιν βοηθειῶν
Δοτική βοηθεί βοηθείαιν βοηθείαις
Αιτιατική βοήθειαν βοηθεία βοηθείας
Κλητική βοήθεια βοηθεία βοήθειαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βοήθεια < βοή + θέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βοήθεια θηλυκό

  • (αρχική σημασία) τρέχω στήν βοή της μάχης για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου
  • η βοήθεια