aide

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aide (en)

  • ο βοηθός (συνεργάτης ενός αξιωματούχου)

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Audio 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aide (fr) θηλυκό