βοηθός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βοηθός οι βοηθοί
      γενική του βοηθού των βοηθών
    αιτιατική τον βοηθό τους βοηθούς
     κλητική βοηθέ βοηθοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοηθός < αρχαία ελληνική βοηθός < βοηθόος < βοή + θοός (< θέω < θεϝ- < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰew-: τρέχω, ρέω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɔ.i.ˈθɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βοηθός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που βοηθάει, που συνδράμει
  2. που δουλεύει υπό τις οδηγίες κάποιου ιεραρχικά ανώτερου, που η εργασία του είναι δευτερεύουσα ή βοηθητική

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βοηθός βοηθός βοηθόν βοηθοί βοηθοί βοηθά
Γενική βοηθοῦ βοηθοῦ βοηθοῦ βοηθῶν βοηθῶν βοηθῶν
Δοτική βοηθῷ βοηθῷ βοηθῷ βοηθοῖς βοηθοῖς βοηθοῖς
Αιτιατική βοηθόν βοηθόν βοηθόν βοηθούς βοηθούς βοηθά
Κλητική βοηθέ βοηθέ βοηθόν βοηθοί βοηθοί βοηθά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βοηθώ βοηθώ
Γενική-Δοτική βοηθοῖν βοηθοῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοηθός < βοηθόος < βοή (=φωνή) + θέω (=τρέχω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βοηθός, -ός, -όν

  1. που βοηθάει, που παρέχει βοήθεια
  2. βοηθητικός
  3. συμμαχικός
  4. (ουσιαστικοποιημένο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]