βοηθός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | βοηθός | οι | βοηθοί |
| γενική | του/της | βοηθού | των | βοηθών |
| αιτιατική | τον/τη | βοηθό | τους/τις | βοηθούς |
| κλητική | βοηθέ | βοηθοί | ||
| Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βοηθός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βοηθός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /voi̯ˈθos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βο‐η‐θός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βοηθός αρσενικό ή θηλυκό
- που βοηθάει, που συνδράμει
- που δουλεύει υπό τις οδηγίες κάποιου ιεραρχικά ανώτερου, που η εργασία του είναι δευτερεύουσα ή βοηθητική
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βοηθός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- βοηθός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | βοηθός | τὸ | βοηθόν | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | βοηθοῦ | τοῦ | βοηθοῦ | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | βοηθῷ | τῷ | βοηθῷ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | βοηθόν | τὸ | βοηθόν | ||
| κλητική ὦ! | βοηθέ | βοηθόν | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | βοηθοί | τὰ | βοηθᾰ́ | ||
| γενική | τῶν | βοηθῶν | τῶν | βοηθῶν | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | βοηθοῖς | τοῖς | βοηθοῖς | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | βοηθούς | τὰ | βοηθᾰ́ | ||
| κλητική ὦ! | βοηθοί | βοηθᾰ́ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βοηθώ | τὼ | βοηθώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βοηθοῖν | τοῖν | βοηθοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'βοηθός' όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βοηθός < βοηθόος
Επίθετο
[επεξεργασία]βοηθός, -ός, -όν
- που βοηθάει, που παρέχει βοήθεια
- βοηθητικός
- συμμαχικός
- (ουσιαστικοποιημένο) ο βοηθός
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη βοηθόος
Πηγές
[επεξεργασία]- βοηθός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βοηθός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γιατρός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'βοηθός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'βοηθός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)