βοηθητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βοηθητικός βοηθητική βοηθητικό
γενική βοηθητικού βοηθητικής βοηθητικού
αιτιατική βοηθητικό βοηθητική βοηθητικό
κλητική βοηθητικέ βοηθητική βοηθητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βοηθητικοί βοηθητικές βοηθητικά
γενική βοηθητικών βοηθητικών βοηθητικών
αιτιατική βοηθητικούς βοηθητικές βοηθητικά
κλητική βοηθητικοί βοηθητικές βοηθητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοηθητικός < αρχαία ελληνική βοηθητικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βοηθητικός, -ή, -ό

  1. που βοηθάει
  2. που έχει σκοπό την παροχή βοήθειας
  3. που είναι δευτερεύων, που δεν είναι κύριος
  4. (στο στρατό) ο στρατιώτης που για λόγους υγείας δεν μπορεί να φέρει όπλο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]