βοηθώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοηθώ < αρχαία ελληνική βοηθῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βοηθώ (παθητική φωνή: βοηθιέμαι / βοηθούμαι)

  1. προσφέρω βοήθεια σε κάποιον, συμβάλλω στην προσπάθειά του να καταφέρει κάτι, διευκολύνω μια ενέργειά του, του προσφέρω υποστήριξη
    το παιχνίδι βοηθά τα παιδιά στην ανάπτυξη της φαντασίας τους
  2. συμβάλλω στη βελτίωση ή διατήρηση της λειτουργίας κάποιου πράγματος
    σύμφωνα με μερικές μελέτες, ορισμένες βιταμίνες βοηθάνε τη μνήμη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]