βοηθημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βοηθημένος βοηθημένη βοηθημένο
γενική βοηθημένου βοηθημένης βοηθημένου
αιτιατική βοηθημένο βοηθημένη βοηθημένο
κλητική βοηθημένε βοηθημένη βοηθημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βοηθημένοι βοηθημένες βοηθημένα
γενική βοηθημένων βοηθημένων βοηθημένων
αιτιατική βοηθημένους βοηθημένες βοηθημένα
κλητική βοηθημένοι βοηθημένες βοηθημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοηθημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βοηθάω και βοηθώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

βοηθημένος, -η, -ο

  1. που έχει βοηθηθεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]