Μετάβαση στο περιεχόμενο

conseil

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
conseil < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική conseil < λατινική consĭlium.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɔ̃ˈsɛj/
τυπογραφικός συλλαβισμός: conseil

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
conseil conseils

conseil (fr) αρσενικό

  1. η συμβουλή
    παράδειγμα La nuit porte conseil.
         Η νύχτα φέρνει συμβουλή.
  2. η γνωμοδότηση
  3. το συμβούλιο
  4. η σύγκλητος

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Παλαιά γαλλικά (fro)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
conseil < (κληρονομημένο) λατινική consĭlium.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
cas sujet conseuz conseil
cas régime conseil conseuz

conseil αρσενικό

  1. ο στοχασμός, η σκέψη
  2. η απόφαση
  3. η σοφία
  4. η γνώμη, η πίστη
  5. η βοήθεια, η υποστήριξη
  6. το μυστικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]