Μετάβαση στο περιεχόμενο

κίνδυνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κίνδυνος οι κίνδυνοι
      γενική του κινδύνου
& κίνδυνου
των κινδύνων
    αιτιατική τον κίνδυνο τους κινδύνους
     κλητική κίνδυνε κίνδυνοι
Κατηγορία όπως «όροφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κίνδυνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κίνδυνος. Συγκρίνετε με το κίντυνος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈcin.ði.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κίνδυνος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κίνδυνος αρσενικό

  1. οποιαδήποτε δυνατότητα έλευσης απώλειας ή ζημίας (ζωής ή αγαθών)
      Στο νοσοκομείο οδηγήθηκε ένας 16χρονος στην Ιεράπετρα, έπειτα από έκρηξη κροτίδας στα χέρια του το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, σε περιστατικό που αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους από τη χρήση βεγγαλικών. (Ιεράπετρα: 16χρονος τραυματίστηκε από κροτίδα - Συνελήφθη η μητέρα του, neakriti.gr, 12/04/2026 )
  2. οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση βρισκόμαστε και υπάρχει φόβος

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
κινδυν- 

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κίνδυνος οἱ κίνδυνοι
      γενική τοῦ κινδύνου τῶν κινδύνων
      δοτική τῷ κινδύν τοῖς κινδύνοις
    αιτιατική τὸν κίνδυνον τοὺς κινδύνους
     κλητική ! κίνδυνε κίνδυνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κινδύνω
γεν-δοτ τοῖν  κινδύνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

κίνδυνος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κίνδυνος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

(Χρειάζεται επεξεργασία)