κίνδυνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κίνδυνος κίνδυνοι
γενική κινδύνου κινδύνων
αιτιατική κίνδυνο κινδύνους
κλητική κίνδυνε κίνδυνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κίνδυνος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κίνδυνος αρσενικό

  1. οποιαδήποτε δυνατότητα έλευσης απώλειας ή ζημίας (ζωής ή αγαθών)
  2. (πολιτική), (οικονομία), (κοινωνιολογία): κάθε ατέλεια πρόβλεψης, ή άγνοια παραμέτρων, εναλλακτικών γεγονότων, (πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, κ.λπ.)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]