κίνδυνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κίνδυνος οι κίνδυνοι
      γενική του κινδύνου
& κίνδυνου
των κινδύνων
    αιτιατική τον κίνδυνο τους κινδύνους
     κλητική κίνδυνε κίνδυνοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κίνδυνος < αρχαία ελληνική κίνδυνος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κίνδυνος αρσενικό

  • οποιαδήποτε δυνατότητα έλευσης απώλειας ή ζημίας (ζωής ή αγαθών)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κίνδυνος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κίνδυνος αρσενικό

  1. κίνδυνος, τόλμη, τολμηρή επιχείρηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]