Gefahr

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Gefahr die Gefahren
γενική der Gefahr der Gefahren
δοτική der Gefahr den Gefahren
αιτιατική die Gefahr die Gefahren

Gefahr (de) θηλυκό

  1. κίνδυνος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]