έξοδος κινδύνου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | έξοδος κινδύνου | οι | έξοδοι κινδύνου |
| γενική | της | εξόδου κινδύνου | των | εξόδων κινδύνου |
| αιτιατική | την | έξοδο κινδύνου | τις | εξόδους κινδύνου |
| κλητική | έξοδε κινδύνου | έξοδοι κινδύνου | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]έξοδος κινδύνου θηλυκό
- μία έξοδος που επιτρέπει τη γρήγορη εκκένωση ενός χώρου σε έκτακτη ανάγκη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] έξοδος κινδύνου
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άμπελος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
- Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)