έξοδος κινδύνου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έξοδος κινδύνου έξοδοι κινδύνου
γενική εξόδου κινδύνου εξόδων κινδύνου
αιτιατική έξοδο κινδύνου εξόδους κινδύνου
κλητική έξοδε κινδύνου έξοδοι κινδύνου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έξοδος κινδύνου < → δείτε τις λέξεις: έξοδος και κίνδυνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ksɔ.ðɔs kin.ˈði.nu/

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[]

έξοδος κινδύνου θηλυκό

  1. μία έξοδος που επιτρέπει τη γρήγορη εκκένωση ενός χώρου σε έκτακτη ανάγκη

32πχ Μεταφράσεις[]