φόβος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | φόβος | οι | φόβοι |
| γενική | του | φόβου | των | φόβων |
| αιτιατική | τον | φόβο | τους | φόβους |
| κλητική | φόβε | φόβοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φόβος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φόβος (πανικός)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfo.vos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φό‐βος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φόβος αρσενικό
- το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί η συνειδητοποίηση ή η φαντασίωση ενός επικείμενου κινδύνου
- ※ έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- το δέος απέναντι σε ανώτερες υπερφυσικές δυνάμεις
φόβος θεού
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
φοβ-
φοβ-
- αθεόφοβος
- άφοβα (επίρρημα)
- αφοβέριστος
- αφόβητος
- αφοβία
- αφόβιστος
- άφοβος
- εκφοβίζω & συγγενικά
- έμφοβος
- επίφοβος
- ευθυνόφοβος
- θεοφοβούμενος
- καταφοβάμαι
- καταφοβίζω
- κατάφοβος
- ξενόφοβος
- περίφοβος
- φοβάμαι, φοβούμαι
- φοβέρα
- φοβερά
- φοβερίζω
- φοβέρισμα
- φοβερός
- φόβητρο
- φοβητσιάρης
- φοβητσιάρικος
- φοβία
- φοβίζω
- φοβικός & σύνθετα
- φοβισμένος
- φοβιστικός
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
φόβος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φόβος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | φόβος | οἱ | φόβοι |
| γενική | τοῦ | φόβου | τῶν | φόβων |
| δοτική | τῷ | φόβῳ | τοῖς | φόβοις |
| αιτιατική | τὸν | φόβον | τοὺς | φόβους |
| κλητική ὦ! | φόβε | φόβοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | φόβω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | φόβοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φόβος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *pʰógʷos < θέμα φοβ-, μεταπτωτική βαθμίδα θέματος φεβ- που υπάρχει στο φέβομαι: πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰógʷos < *bʰegʷ- (φεύγω, το σκάω) [1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φόβος αρσενικό
Παράγωγα
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
φοβ-
φοβ-
με θέμα φοβ-
- ἀεροφόβος
- ἀφοβέω
- ἀφόβητος
- ἀφοβία
- ἀφοβοποιός
- ἄφοβος
- ἀφοβόσπλαγχνος
- αἱμοφόβος
- ἀλειφόβιος
- ἀμφιφοβέομαι
- ἀμφιφοβέω
- ἀναφοβέω
- ἀντιφοβέω
- ἀποφοβέομαι
- Δηίφοβος
- διάφοβος
- δοιδυκοφόβα
- ἐκφοβέω
- ἐκφόβημα
- ἐκφόβησις
- ἐκφοβητικός
- ἐκφόβητρον
- ἔκφοβος
- ἐμφοβέω
- ἔμφοβος
- ἐπίφοβος
- θεόφοβος
- ἱπποφοβάς
- καταφοβέω
- κατάφοβος
- κρημνοφοβέομαι
- ὀνειρόφοβος
- παμφόβερος
- παντοφόβος
- πεφοβημένως
- περιφοβέομαι
- περιφοβέω
- περίφοβος
- πολύφοβος
- προεκφοβέω
- προεκφόβησις
- προφοβέομαι
- προφοβητικός
- προσεκφοβέω
- πυροφοβέω
- συμφοβέω
- ὑδροφόβας
- ὑδροφοβία
- ὑδροφοβιάω
- ὑδροφοβικός
- ὑδρόφοβος
- ὑπερφοβέομαι
- ὑπέρφοβος
- ὑπνοφόβης
- ὑποφοβέομαι
- ὑπόφοβος
- φοβερισμός
- φοβερίζω
- φοβεροδιακράτορες
- φοβεροειδής
- φοβεροότης
- φοβεροποιέω
- φοβερός
- φοβερότης
- φοβεροωπός
- φοβεροώψ
- φοβεσιστράτη
- φοβέστρατος
- φοβέω
- φόβημα
- φοβητέον
- φοβητέος
- φοβητικός
- φοβητός
- φόβητρον
- φοβίζω
- φοβοδιάκτορες
- φοβόδιψος
- φοβοειδής
- φοβοποιέω
- φοβοθεΐα
- ψυχροφόβος
- & φεβ- στο φέβομαι
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- φόβος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φόβος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)