φόβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φόβος οι φόβοι
      γενική του φόβου των φόβων
    αιτιατική τον φόβο τους φόβους
     κλητική φόβε φόβοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόβος < αρχαία ελληνική φόβος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfɔ.vɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόβος αρσενικό

φόβος θεού

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόβος < πρωτοελληνική *pʰógʷos < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰógʷos < *bʰegʷ- (φεύγω, το σκάω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόβος αρσενικό