άφοβος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική άφοβος άφοβη άφοβο
γενική άφοβου άφοβης άφοβου
αιτιατική άφοβο άφοβη άφοβο
κλητική άφοβε άφοβη άφοβο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άφοβοι άφοβες άφοβα
γενική άφοβων άφοβων άφοβων
αιτιατική άφοβους άφοβες άφοβα
κλητική άφοβοι άφοβες άφοβα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άφοβος < αρχαία ελληνική ἄφοβος,ος,ον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άφοβος,η,ο

  1. που δεν φοβάται

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]