φοβερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φοβερός η φοβερή το φοβερό
      γενική του φοβερού της φοβερής του φοβερού
    αιτιατική τον φοβερό τη φοβερή το φοβερό
     κλητική φοβερέ φοβερή φοβερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φοβεροί οι φοβερές τα φοβερά
      γενική των φοβερών των φοβερών των φοβερών
    αιτιατική τους φοβερούς τις φοβερές τα φοβερά
     κλητική φοβεροί φοβερές φοβερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοβερός < αρχαία ελληνική φοβερός < φόβος

Επίθετο[επεξεργασία]

φοβερός, -ή, -ό

  1. πολυ έντονος, που ενοχλεί, ενοχλητικός, απαράδεκτος
    έκαναν φοβερή φασαρία
    Κόψ' την επιτέλους αυτή τη φοβερή συνήθεια! (π.χ. όταν κάποιος σκαλίζει δημοσίως τη μύτη του)
    Αμάν πια! Είσαι φοβερός!!!
  2. γενικά το υπερβολικό, υπεράνθρωπα κοπιαστικό
    κατέβαλαν φοβερές προσπάθειες
  3. που προκαλεί τρόμο ή φόβο, ο τρομακτικός
    φοβερό έγκλημα (αυτό που έχει ανατριχιαστικές ή άλλες παραμέτρους που το καθιστούν πιο φρικιαστικό από άλλα εγκλήματα)
  4. εξαιρετικά καλός, καταπληκτικός
    Είχαν φοβερή μουσική
    Είναι φοβερό άτομο, τέλειο



Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοβερός < φόβος

Επίθετο[επεξεργασία]

φοβερός, ά, όν

  1. τρομακτικός, που φοβίζει,
    φοβερὸν γὰρ μὴ ἅμα τε στερηθῶσι τῆς ἀρχῆς καὶ ἀδύνατοι γένωνται... : εκείνο που τους φόβιζε ήταν πως αν στερούνταν την εξουσία και γίνονταν αδύναμοι...
    τὰ δὲ τῷ πλήθει φοβερὰ θαρσαλέως ὑπομένουσα : υπομένει με θάρρος αυτά που για τον πολύ τον κόσμο είναι φοβερά (Ισοκρ. προς Δημόν. 17)
    οὔτε λόγος ἐχυρὸς οὔτε ὅρκος φοβερός :δεν υπήρχε ούτε λόγος αρκετά δεσμευτικός ούτε όρκος αρκετά τρομερός -που να μπορεί να τους φιλιώσει (Θουκ. Πελ. Πόλεμος 3ο, 83)
    τῶν φοβερῶν ὄντων τῇ πόλει γενέσθαι : αυτά τα φοβερά που απειλούσαν να πλήξουν την πόλη, που (όλοι) φοβούνταν ως πιθανά να συμβούν στην πόλη (Ξεν. Ελληνικά 1.4.17)
  2. φοβισμένος, που φοβίζεται, που δειλιάζει, νιωθει φόβο, φοβιτσιάρης, δειλός
    γιγνώσκων ὁ θεὸς ὅτι πρὸς τὸ φυλάττειν οὐ κάκιόν ἐστι φοβερὰν εἶναι τὴν ψυχὴν πλέον μέρος καὶ τοῦ φόβου ἐδάσατο τῇ γυναικὶ ἢ τῷ ἀνδρί : γνωρίζοντας ο θεός ότι για να φυλάγεται κανείς δεν είναι κακό να νιώθει και λιγο φόβο στην ψυχή του, έδωσε παραπάνω φόβο στη γυναίκα παρά στον άνδρα (Ξεν. Οικον. 7.25)
    φοβεροὺς δὲ εἰς τό τι τολμᾶν ἑκάστοτε λέγειν... : φοβούνταν δε να τολμήσουν να πουν... (Πλάτ. Νόμοι 649δ)
  3. (μεταγενέστερο) που εμπνέει το δέος όχι ακριβώς προκαλώντας φόβο, αλλά με μια έννοια που προσεγγίζει το εντυπωσιακός, εκπληκτικός
    ὅτι τὸ μὲν Ἡροδότου κάλλος ἱλαρόν ἐστι, φοβερὸν δὲ τὸ Θουκυδίδου : η ομορφιά στο ύφος του Ηροδότου είναι ανάλαφρη, ενώ στου Θουκυδίδη τρομερή -εμπνέει δέος, εντυπωσιάζει (Διον. Αλικ. Επιστολή προς Πομπήιο)


Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

  • φοβερός ονομ. εν. του επιθέτου
  • φοβερῶς επίρρημα (με τρομερό, απειλητικό τρόπο, αλλά και αντιθέτως, με δειλό τρόπο)