Μετάβαση στο περιεχόμενο

παράμετρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παράμετρος οι παράμετροι
      γενική της παράμετρου
& παραμέτρου
των παράμετρων
& παραμέτρων
    αιτιατική την παράμετρο τις παράμετρους
& παραμέτρους
     κλητική παράμετρε
(παράμετρο)
παράμετροι
Οι δεύτεροι τύποι γενικής, αιτιατικής, είναι παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «πανσέληνος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παράμετρος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα παράμετρος < γαλλική paramètre (αρσενικό) < para- (παρα-) + -mètre (-μετρος) < αρχαία ελληνική μέτρ(ον) -ος, θηλυκό όπως η περίμετρος, η διάμετρος.[1] Σημασιολογική επιρροή και από την αγγλική parameter[2]. Μορφολογικά αναλύεται σε παρά- + -μετρος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈɾa.me.tɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παράμετρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παράμετρος θηλυκό

  1. καθένα από τα επί μέρους στοιχεία, τους συντελεστές, τους παράγοντες που προσδιορίζουν, επηρεάζουν ή διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά ή τη συμπεριφορά ενός ζητήματος
  2. (πληροφορική) η τυπική παράμετρος, αλλά μερικές φορές εκ παραδρομής χρησιμοποιείται και για την πραγματική παράμετρο
     συνώνυμα: τυπική παράμετρος
     αντώνυμα: πραγματική παράμετρος

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. παράμετρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. παράμετρος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)