συντελεστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συντελεστής συντελεστές
γενική συντελεστή συντελεστών
αιτιατική συντελεστή συντελεστές
κλητική συντελεστή συντελεστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντελεστής < συντελώ + -τής < αρχαία ελληνική συντελέω / συντελῶ < σύν + τελέω / τελῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική coefficient)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sin.dɛ.lɛ.ˈstis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συντελεστής αρσενικό

  1. οποιοδήποτε πρόσωπο, αντικείμενο ή κατάσταση που συντελεί σε κάτι
  2. (μαθηματικά) ο αριθμός με τον οποίο πολλαπλασιάζεται παράσταση πολυωνύμου
  3. (φυσική) πολλαπλασιαστής αριθμός ως σταθερά ή μετατροπής
    συντελεστής μετατροπής μονάδας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική συντελεστής τώ συντελεστά οἱ συντελεσταί
Γενική τοῦ συντελεστοῦ τοῖν συντελεσταῖν τῶν συντελεστῶν
Δοτική τῷ συντελεστ τοῖν συντελεσταῖν τοῖς συντελεσταῖς
Αιτιατική τόν συντελεστήν τώ συντελεστά τούς συντελεστάς
Κλητική (ὦ) συντελεστά (ὦ) συντελεστά (ὦ) συντελεσταί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντελεστής < αρχαία ελληνική συντελέω / συντελῶ < σύν + τελέω / τελῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συντελεστής αρσενικό