Μετάβαση στο περιεχόμενο

rate

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: raté

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rate rates

rate (en)

  1. ο ρυθμός, μέτρηση της ταχύτητας με την οποία συμβαίνει κάτι
    παράδειγμα  The rate of economic growth has slowed down.
    Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας έχει επιβραδυνθεί.
    παράδειγμα  The birth rate is gradually decreasing.
    Ο ρυθμός των γεννήσεων μειώνεται σταδιακά.
    παράδειγμα  We need to increase the production rate to meet demand.
    Χρειάζεται να αυξήσουμε τον ρυθμό παραγωγής για να καλύψουμε τη ζήτηση.
    παράδειγμα  Most people walk at an average rate of five kilometers an hour.
    Οι περισσότεροι άνθρωποι περπατούν με έναν μέσο ρυθμό πέντε χιλιομέτρων την ώρα.
    παράδειγμα  The number of reported crimes is increasing at an alarming rate.
    Ο αριθμός των καταγεγραμμένων εγκλημάτων αυξάνεται με ανησυχητικό ρυθμό.
    παράδειγμα  At the rate you work, you'll never finish!
    Με τον ρυθμό που δουλεύεις, ποτέ δεν θα τελειώσεις!
  2. η αναλογία, το ποσοστό, ο ρυθμός, μέτρηση του αριθμού των φορών που συμβαίνει κάτι ή κάτι κάνει κάτι κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου
    παράδειγμα  The obesity rate among adults has actually increased.
    Το ποσοστό παχυσαρκίας μεταξύ των ενηλίκων έχει στην πραγματικότητα αυξηθεί.
    παράδειγμα  We have seen a reduction in the crime rate over the last 12 months.
    Έχουμε δει μείωση στο ποσοστό εγκλημάτων τους τελευταίους 12 μήνες.
    παράδειγμα  Local businesses are closing at the rate of three a year.
    Οι τοπικές επιχειρήσεις κλείνουν με ρυθμό τριών το χρόνο.
  3. η ταρίφα, χρηματικό ποσό που χρεώνεται ή πληρώνεται για κάτι
    παράδειγμα  Some taxi drivers try to charge tourists a higher rate.
    Ορισμένοι οδηγοί ταξί προσπαθούν να χρεώσουν υψηλότερη ταρίφα στους τουρίστες.
    παράδειγμα  A rise in interest rates tends to reduce inflation.
    Η αύξηση των επιτοκίων τείνει να μειώνει τον πληθωρισμό.
    παράδειγμα  The cost will be calculated with a fixed rate of 10%.
    Το κόστος θα υπολογίζεται με σταθερό συντελεστή 10%.
  4. το επιτόκιο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • at any rate: πάση θυσία, όπως και να έχει, πρέπει οπωσδήποτε με οποιοδήποτε κόστος

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας rate
γ΄ ενικό ενεστώτα rates
αόριστος rated
παθητική μετοχή rated
ενεργητική μετοχή rating

rate (en)

  1. υπολογίζω, αποτιμώ, καθορίζω αξία/βαθμό, εκτιμώ
    παράδειγμα  I think he is rated more than he’s worth.
    Νομίζω ότι τον εκτιμούν περισσότερο από ό,τι αξίζει.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη evaluate
  2. κατατάσσω και κατατάσσομαι, κρίνομαι, αξιολογούμαι
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 274-275. ISBN 9780194325684. , λήμμα: εκτιμώ

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rate rates

rate (fr) θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rate rates

rate (fr) θηλυκό

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

rate (fr)

  •  δείτε τη λέξη rater