rate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rate | rates |
rate (en)
- ο ρυθμός, μέτρηση της ταχύτητας με την οποία συμβαίνει κάτι
The rate of economic growth has slowed down.
- Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας έχει επιβραδυνθεί.
The birth rate is gradually decreasing.
- Ο ρυθμός των γεννήσεων μειώνεται σταδιακά.
We need to increase the production rate to meet demand.
- Χρειάζεται να αυξήσουμε τον ρυθμό παραγωγής για να καλύψουμε τη ζήτηση.
Most people walk at an average rate of five kilometers an hour.
- Οι περισσότεροι άνθρωποι περπατούν με έναν μέσο ρυθμό πέντε χιλιομέτρων την ώρα.
The number of reported crimes is increasing at an alarming rate.
- Ο αριθμός των καταγεγραμμένων εγκλημάτων αυξάνεται με ανησυχητικό ρυθμό.
At the rate you work, you'll never finish!
- Με τον ρυθμό που δουλεύεις, ποτέ δεν θα τελειώσεις!
- η αναλογία, το ποσοστό, ο ρυθμός, μέτρηση του αριθμού των φορών που συμβαίνει κάτι ή κάτι κάνει κάτι κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου
The obesity rate among adults has actually increased.
- Το ποσοστό παχυσαρκίας μεταξύ των ενηλίκων έχει στην πραγματικότητα αυξηθεί.
We have seen a reduction in the crime rate over the last 12 months.
- Έχουμε δει μείωση στο ποσοστό εγκλημάτων τους τελευταίους 12 μήνες.
Local businesses are closing at the rate of three a year.
- Οι τοπικές επιχειρήσεις κλείνουν με ρυθμό τριών το χρόνο.
- η ταρίφα, χρηματικό ποσό που χρεώνεται ή πληρώνεται για κάτι
Some taxi drivers try to charge tourists a higher rate.
- Ορισμένοι οδηγοί ταξί προσπαθούν να χρεώσουν υψηλότερη ταρίφα στους τουρίστες.
A rise in interest rates tends to reduce inflation.
- Η αύξηση των επιτοκίων τείνει να μειώνει τον πληθωρισμό.
The cost will be calculated with a fixed rate of 10%.
- Το κόστος θα υπολογίζεται με σταθερό συντελεστή 10%.
- το επιτόκιο
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- at any rate: πάση θυσία, όπως και να έχει, πρέπει οπωσδήποτε με οποιοδήποτε κόστος
Σύνθετα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | rate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | rates |
| αόριστος | rated |
| παθητική μετοχή | rated |
| ενεργητική μετοχή | rating |
rate (en)
- υπολογίζω, αποτιμώ, καθορίζω αξία/βαθμό, εκτιμώ
- κατατάσσω και κατατάσσομαι, κρίνομαι, αξιολογούμαι
Πηγές
[επεξεργασία]- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 274-275. ISBN 9780194325684., λήμμα: εκτιμώ
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rate | rates |
rate (fr) θηλυκό
- (θηλαστικό ζώο) η ποντικίνα, το θηλυκό του ποντικού
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rate | rates |
rate (fr) θηλυκό
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]rate (fr)
- → δείτε τη λέξη rater