κατατάσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατατάσσω < αρχαία ελληνική κατατάσσω < κατά + τάσσω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *taǵ-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ta.ˈta.sɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

κατατάσσω (παθητική φωνή: κατατάσσομαι)

  1. βάζω κάτι ή κάποιον από ένα ευρύτερο σύνολο σε μια σειρά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ταξινομώ
  2. τοποθετώ, βάζω, θέτω
  3. (στρατιωτικός όρος) εισάγω κάποιον στις τάξεις του στρατού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]