Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατατάσσω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: καταταράσσω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατατάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατατάσσω[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + τάσσω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.taˈta.so/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κατατάσσω

κατατάσσω, στ.μέλλ.: θα κατατάξω, αόρ.: κατέταξα, παθ.φωνή: κατατάσσομαι, μτχ.π.ε.: κατατασσόμενος, μτχ.π.π.: καταταγμένος

  1. βάζω κάτι ή κάποιον από ένα ευρύτερο σύνολο σε μια σειρά
     συνώνυμα: ταξινομώ
  2. τοποθετώ, βάζω, θέτω
  3. (στρατιωτικός όρος) εισάγω κάποιον στις τάξεις του στρατού

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κατατάσσω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. κατατάσσω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)