κατατάσσω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κατατάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατατάσσω[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + τάσσω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.taˈta.so/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τα‐τάσ‐σω
Ρήμα
[επεξεργασία]κατατάσσω, στ.μέλλ.: θα κατατάξω, αόρ.: κατέταξα, παθ.φωνή: κατατάσσομαι, μτχ.π.ε.: κατατασσόμενος, μτχ.π.π.: καταταγμένος
- βάζω κάτι ή κάποιον από ένα ευρύτερο σύνολο σε μια σειρά
- τοποθετώ, βάζω, θέτω
- (στρατιωτικός όρος) εισάγω κάποιον στις τάξεις του στρατού
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κατατάσσω | κατέτασσα | θα κατατάσσω | να κατατάσσω | κατατάσσοντας | |
| β' ενικ. | κατατάσσεις | κατέτασσες | θα κατατάσσεις | να κατατάσσεις | κατάτασσε | |
| γ' ενικ. | κατατάσσει | κατέτασσε | θα κατατάσσει | να κατατάσσει | ||
| α' πληθ. | κατατάσσουμε | κατατάσσαμε | θα κατατάσσουμε | να κατατάσσουμε | ||
| β' πληθ. | κατατάσσετε | κατατάσσατε | θα κατατάσσετε | να κατατάσσετε | κατατάσσετε | |
| γ' πληθ. | κατατάσσουν(ε) | κατέτασσαν κατατάσσαν(ε) |
θα κατατάσσουν(ε) | να κατατάσσουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κατέταξα | θα κατατάξω | να κατατάξω | κατατάξει | ||
| β' ενικ. | κατέταξες | θα κατατάξεις | να κατατάξεις | κατάταξε | ||
| γ' ενικ. | κατέταξε | θα κατατάξει | να κατατάξει | |||
| α' πληθ. | κατατάξαμε | θα κατατάξουμε | να κατατάξουμε | |||
| β' πληθ. | κατατάξατε | θα κατατάξετε | να κατατάξετε | κατατάξτε | ||
| γ' πληθ. | κατέταξαν κατατάξαν(ε) |
θα κατατάξουν(ε) | να κατατάξουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω κατατάξει | είχα κατατάξει | θα έχω κατατάξει | να έχω κατατάξει | ||
| β' ενικ. | έχεις κατατάξει | είχες κατατάξει | θα έχεις κατατάξει | να έχεις κατατάξει | έχε καταταγμένο | |
| γ' ενικ. | έχει κατατάξει | είχε κατατάξει | θα έχει κατατάξει | να έχει κατατάξει | ||
| α' πληθ. | έχουμε κατατάξει | είχαμε κατατάξει | θα έχουμε κατατάξει | να έχουμε κατατάξει | ||
| β' πληθ. | έχετε κατατάξει | είχατε κατατάξει | θα έχετε κατατάξει | να έχετε κατατάξει | έχετε καταταγμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν κατατάξει | είχαν κατατάξει | θα έχουν κατατάξει | να έχουν κατατάξει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) καταταγμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) καταταγμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) καταταγμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) καταταγμένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κατατάσσομαι | κατατασσόμουν(α) | θα κατατάσσομαι | να κατατάσσομαι | ||
| β' ενικ. | κατατάσσεσαι | κατατασσόσουν(α) | θα κατατάσσεσαι | να κατατάσσεσαι | κατατάσσου | |
| γ' ενικ. | κατατάσσεται | κατατασσόταν(ε) | θα κατατάσσεται | να κατατάσσεται | ||
| α' πληθ. | κατατασσόμαστε | κατατασσόμαστε κατατασσόμασταν |
θα κατατασσόμαστε | να κατατασσόμαστε | ||
| β' πληθ. | κατατάσσεστε | κατατασσόσαστε κατατασσόσασταν |
θα κατατάσσεστε | να κατατάσσεστε | κατατάσσεστε | |
| γ' πληθ. | κατατάσσονται | κατατάσσονταν κατατασσόντουσαν |
θα κατατάσσονται | να κατατάσσονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κατατάχθηκα | θα καταταχθώ | να καταταχθώ | καταταχθεί | ||
| β' ενικ. | κατατάχθηκες | θα καταταχθείς | να καταταχθείς | κατατάξου | ||
| γ' ενικ. | κατατάχθηκε | θα καταταχθεί | να καταταχθεί | |||
| α' πληθ. | καταταχθήκαμε | θα καταταχθούμε | να καταταχθούμε | |||
| β' πληθ. | καταταχθήκατε | θα καταταχθείτε | να καταταχθείτε | καταταχθείτε | ||
| γ' πληθ. | κατατάχθηκαν καταταχθήκαν(ε) |
θα καταταχθούν(ε) | να καταταχθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω καταταχθεί | είχα καταταχθεί | θα έχω καταταχθεί | να έχω καταταχθεί | καταταγμένος | |
| β' ενικ. | έχεις καταταχθεί | είχες καταταχθεί | θα έχεις καταταχθεί | να έχεις καταταχθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει καταταχθεί | είχε καταταχθεί | θα έχει καταταχθεί | να έχει καταταχθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε καταταχθεί | είχαμε καταταχθεί | θα έχουμε καταταχθεί | να έχουμε καταταχθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε καταταχθεί | είχατε καταταχθεί | θα έχετε καταταχθεί | να έχετε καταταχθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν καταταχθεί | είχαν καταταχθεί | θα έχουν καταταχθεί | να έχουν καταταχθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κατατάσσω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ κατατάσσω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)